αλύγιστος

αλύγιστος
-η, -ο
1. αυτός που δεν λύγισε, ευθυτενής, ίσιος
2. αυτός που δεν μπορεί να λυγίσει, άκαμπτος, δύσκαμπτος
3. (για πρόσωπα) άτεγκτος, σκληρόκαρδος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερητ. + λυγιστός < λυγίζω.
ΠΑΡ. νεοελλ. αλυγισιά].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • αλύγιστος, -η — ο 1. αυτός που δε λυγίζει: Μ όλες τις προσπάθειές του το σίδερο έμεινε αλύγιστο. 2. μτφ., αμετάπειστος, άτεγκτος: Στις παρακλήσεις τους στάθηκε αλύγιστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακαμπής — ( ούς), ές (Α ἀκαμπής) άκαμπτος, αλύγιστος, ίσιος αρχ. 1. μτφ. αλύγιστος, ασυγκίνητος «ἀκαμπὴς πρὸς οἶκτον» (Πλούτ. 959 f) 2. σταθερός, ανυποχώρητος 3. αναπόφευκτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + καμπὴς < κάμπτω] …   Dictionary of Greek

  • ξυλιάζω — ξύλιασα, ξυλιασμένος 1. μτβ., κάνω κάποιον να γίνει αλύγιστος σαν ξύλο: Η παγωνιά μού ξύλιασε τα δάχτυλα. 2. αμτβ., γίνομαι αλύγιστος σαν ξύλο: Ξύλιασαν τα χέρια μου από το κρύο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άγερτος — και άγειρτος, η, ο αυτός που δεν γέρνει, όρθιος, ευθύς, αλύγιστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + γειρτός, γερτός < γέρνω] …   Dictionary of Greek

  • άγναμπτος — ἄγναμπτος και ἄκναμπτος, ον (Α) άκαμπτος, αλύγιστος, ανένδοτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + γναμπτός ή κναμπτός τών ρημάτων γνάμπτω ή κνάμπτω] …   Dictionary of Greek

  • άθελκτος — ἄθελκτος, ον (Α) [θέλγω] αυτός που δεν θέλγεται, άκαμπτος, αλύγιστος, αμείλικτος …   Dictionary of Greek

  • άλυγος — η, ο ο αλύγιστος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + λυγώ] …   Dictionary of Greek

  • άστρεπτος — και άστρεφτος, η, ο (AM ἄστρεπτος, ον) 1. ο αλύγιστος, ο σταθερός 2. εκείνος που δεν έχει γυρισμό, που δεν έχει δρόμο επιστροφής («ἄστρεπτος Ἅιδης», Λυκ.) αρχ. αυτός που προχωρεί χωρίς να κοιτάξει πίσω του …   Dictionary of Greek

  • άτρεπτος — η, ο (AM ἄτρεπτος, ον) [τρέπω] 1. αμετάτρεπτος, αμετάβλητος 2. άκαμπτος, σταθερός, αλύγιστος αρχ. μσν. επίρρ. ἀτρέπτως χωρίς μεταβολή αρχ. 1. ανεπανόρθωτος 2. αυτός που δεν δίνει σημασία, αδιάφορος σε κάτι 3. ο δίχως δισταγμό, ο αδίστακτος 4.… …   Dictionary of Greek

  • αβάγιστος — η, ο [βαγίζω] 1. άκαμπτος, αλύγιστος 2. (για πρόσωπα) αμετάπειστος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”